γευστικῆς

γευστικός
of
fem gen sg (attic epic ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • παραγευσ(τ)ία — η ιατρ. ανωμαλία τής όρεξης με εσφαλμένη αντίληψη τής γευστικής ποιότητας και τής αισθητηριακής εντόπισης …   Dictionary of Greek

  • συναισθησία — η, Ν (φυσιολ. ψυχολ.) κατάσταση κατά την οποία ένα ερέθισμα δεν διεγείρει μόνο την αντίστοιχη φυσιολογική αίσθηση, αλλά προκαλεί και μια υποκειμενική αντίληψη διαφορετικού χαρακτήρα ή διαφορετικής εντόπισης, όπως συμβαίνει στην περίπτωση τής… …   Dictionary of Greek

  • υπογευσία — και υπογευστία, η, Ν ιατρ. κατάσταση μειωμένης γευστικής ικανότητας. [ΕΤΥΜΟΛ. < υπ(ο) * + γεύομαι + κατάλ. ία. Η λ. είναι αντιδάνειος όρος, πρβλ. γαλλ. hypogeusie] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.